του Υποστρατήγου ε.α. Κ. Χ. Κωνσταντινίδη
Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Πάτρα
αντικρίζω τη σπασμένη γλάστρα
Άνθιζε το πιο όμορφο λουλούδι
Και το πιο γλυκό τραγούδι.
Σκόρπια όνειρα, έρωτες, επιθυμίες,
νεανικά χρόνια, που βλέπαμε οπτασίες
τσακισμένες στον χρόνο,
γεμάτες νοσταλγία, πίκρα και πόνο.
Δεν έλειψαν και οι προδοσίες,
ούτε και οι απραγματοποίητες προσδοκίες.
Η ζωή δεν χτίζεται με όνειρα μόνο·
με αγώνα, αγωνία και πόνο.
Συμφορές και δυστυχίες, σαν τα άλογα του Διομήδη,
πας να τα δαμάσεις κι την καρδιά σου σκίζει.
Μέσα στα δίσεκτα χρόνια, με δυστυχία φορτωμένα,
ζήσαμε, παιδόπουλα, πεινασμένα.
Είχαμε όμως αρχές και αξίες,
απόδραση στα Ψηλαλώνια και στο μώλο
σαν έφθανε ο στόλος
Τα δίσεκτα εκείνα του πολέμου χρόνια,
που ηχούσαν οι σειρήνες και τα κανόνια,
τη ζωή μας γέμιζαν όλο στεναχώρια
κι εμείς, όπως πάντα, θύματα αιώνια.
Πόσα εμπόδια, πόσα καψόνια!
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη
να μας συντρίψει,
τις νεανικές μας ζωές να τις ξεσκίσει.
Η γενιά μου στερήθηκε το παιχνίδι
και το ερωτικό τραγούδι.
ως τώρα στα βαθιά γεράματα
ο αγώνας μας σκληραίνει.
Τα χρόνια εκείνα, τα μαρτυρικά,
Πώς να τα αντέξεις;
Πώς να τραγουδήσω τη νιότη μου τη χαμένη,
αφού ήταν κατάμαυρη, δυστυχισμένη;
Μια ζωή μαρτύρια
κι η ψυχή τσακισμένη,
Η προσφυγιά μας ταλάνιζε
κι από την ορφάνια ταπεινωμένοι
Τότε, κοιτάζοντας τ’ άστρα,
κακά μας έδιναν μαντάτα.
Εμείς απόπαιδα γεννηθήκαμε,
σε μέτωπα και σε κάστρα.
Χωρίς χώμα και ξερή η δική μας γλάστρα.
Και με της απελευθέρωσης τον ερχομό
τότε έγινε ο μέγιστος χαμός.
Μόνο οι συνεργάτες του εχθρού
και οι μαυραγορίτες
είχαν εγωιστικές και μοχθηρές ψυχές.
Ο επάρατοςΔιχασμός !!!
Όλα τώρα έχουν αλλάξει,
πιο λαμπερά, πιο φωτεινά.
Τότε ήταν σκοτεινά,
αλλά πιο φυσιολογικά.
Οι ψυχές πιο αγνές,
οι εποχές ρομαντικές.
Μόνο οι συνεργάτες του εχθρού
είχαν εγωιστικές και μοχθηρές ψυχές.
και οι μαυραγορίτες
Σπίτια με αυλές, γιασεμιά και μαργαρίτες·
οι πολυκατοικίες όλα τα γκρέμισαν σαν τους κομήτες.
Τίποτα δεν θυμίζει τα παλιά,
τα πρόσωπα που έχω χάσει.
Και η άφθονη ενέργεια τη γη την έχει βλάψει.
Αν συνεχίσει τούτη η πορεία,
θα μας κάψει της Μέδουσας η οπτασία.
Η μνήμη φίλων και γνωστών σε θλίβει.
Γλέντια, φλερτ, φιλίες, και του Μαρούδα το τραγούδι
η νοσταλγία σε πνίγει
Σαν πέφτει στην πόλη η συννεφιά
και από βροχή δεν πέφτει στάλα,
μνήμες ξεπετιούνται από τα παλιά
τότε που έβρεχε με την κουτάλα.
Κι εμείς, χωρίς ομπρέλες, στις στοές
βλέμματα ανταλλάσσαμε με τις εκλεκτές.
Τώρα άνυδρη η πόλη και θερμή,
την παλιά πόλη, τη φευγάτη, νοσταλγείς.
Απομεινάρια άλλων εποχών οι στοές,
κλιματολογικές συνθήκες διαφορετικές.
Ακόμα άλλαξαν και οι εκκλησιές.
Ο πολιούχος άγιος, λαμπρό μνημείο,
ωραιότατο το Αρχαιολογικό Μουσείο.
Αδύνατον να βρω το παλιό μου το σχολείο.
Άλλα τα στέκια και τα θεάματα της εποχής.
Η παλιά αρχόντισσα έγινε τουριστική.
Έφυγαν τα εργοστάσια και οι βιομηχανίες,
τότε που εξάγονταν καραβιές η σταφίδα
και, με την απελευθέρωση, σόγια έφερναν τα πλοία
να χορτάσουν οι πεινασμένοι.
Μαθητής τότε, δούλεψα το καλοκαίρι στα σακιά,
το μεροκάματο να πάω στη μαμά μου,
τη συγχωρεμένη.
Ξαπλώνεται η πόλη σαν λουκουμάς
Σε δάση, σε χωράφια και στα βουνά
για να στεγάσει το λεφούσι που φτάνει καθημερινά.
Άξιος ο δήμαρχος, την φροντίζει,
κάθε της γειτονιά καλλωπίζει
και από καθαριότητα «σκίζει».
Σημασία δεν έχει τι ψηφίζει.
Καθάρισε πλέον η ακτή·
οι παλιές βιομηχανίες σοβαρός ήταν ρυπαντής.
Η Πάτρα την ανάπτυξη ακόμη περιμένει.
Έκλεισε και το παλιό οινοπωλείο του Κλεομένη.
Ο υπερτουρισμός μόνο μόλυνση θα φέρει.
Ο καρναβαλικός Διόνυσος λαμπμρός , λείπει ο Απολλώνιος θεμσός , και μετρό και κυκλοφοριακό ζητάει ανάπτυξη ο Αχαιός
Μόνο φαντάσματα και στοιχειά
στην πόλη με συντροφεύουν.
Ψάχνει συνέχεια η ματιά
τα παλιά να βρει, τα μαγαζιά
και πρόσωπα γνωστά.
Αλλά ματαίως·
ο χρόνος αδυσώπητος, η Εντελέχεια μοιραία,
καθαρίζει το παλιό και φέρνει το νέο.
Παίζει το παιχνίδι της ωραία
Μόνο τα φαντάσματα δεν μπορεί να εξοντώσει ο χρόνος.
Και τα στοιχειά που σε συνοδεύουν, καθώς βαδίζεις μόνος,
είναι σαν να σε κοροϊδεύουν:
«Εσύ, υπέργηρε, πώς βρέθηκες εδώ πέρα;
Άνθρωπος μιας άλλης εποχής!
Όλοι οι γνωστοί,
όλες οι αγάπες σου από τα περασμένα,
είναι στο χώμα,
κι εσύ σεργιανάς σαν αιωνόβιος νεανίας ακόμα;
Αθάνατο σε έκανε ο Δίας;
Τι κάνεις και κλέβεις την μακροζωία ;»
Γυρνάς στον τόπο του εγκλήματος, η αφεντιά σου.
Θυσία υπέρ πατρίδας η οικογένειά σου.
Κι εσύ, μοναχικός στην παλιά τη γειτονιά σου
Εμείς μαύρα χρόνια περάσαμε στη νεότητα
και ακόμη χειρότερα γεράματα.
Η ψηφιακή ταυτότητα…
Υπάρχουν όμως και χειρότερα·
δεν πρέπει να παραπονιόμαστε.
Ζήσαμε τρεις κύριες εποχές
και ακόμη κάνουμε αλλαγές
και εκσυγχρονιζόμαστε.
Και τώρα που δύο Μούσες
στο πόδι σου αφήνεις,
από την ίδια πηγή να πιουν κι αυτές νερό,
η καθεμιά το μήνυμα του Ελληνισμού
μακριά να στείλει εν καιρώ.τις ευγνωμονώ!!
Τούτο το μήνυμα έχει διαδοθεί στις ηπείρους
από Έλληνες, Φιλέλληνες, τους πλέον εμπείρους.
Θα συνεχίσουν το έργο
για τον άνθρωπο και το περιβάλλον,
από το «Εγώ» στο «Εμείς» χωρίς να βιάσουν τον άλλον,
νόμο στον κάθε ολιγάρχη και σε κάθε ανόητο « μεγάλο»,
και το χρήμα μέσο να γίνει υπέρ της οικουμένης
και όχι, σαν δράκοντας, σάρκες σου να τρώει
με τις βόμβες Μελπομένη
η καμπάνα της φύσης λυπητερά σημαίνει. (17/8/26)
Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: http://www.amphiktyon.org
