• ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΩΝΑΣΗΣ
  • ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΘΕΟΣ
  • Ποιητικό Έπος σε Τέσσερις Ραψωδίες
  • Του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη – Αμφικτύων
  • προοίμιο με ατμόσφαιρα καταγωγής και μνήμης, 
  • ηρωικά μέρη με ένταση και μεγαλοπρέπεια, 
  • τραγικό μέρος με τον πόνο του πατέρα, 
  • τελική κορύφωση με το «ΣΑΛΠΙΣΜΑ – ΕΜΠΡΟΣ». 

ποιητική συμφωνική σύνθεση σε τέσσερις ενότητες:

  1. Η Ιωνία και η Γέννηση
  2. Ο Θαλασσοκράτορας
  3. Η Νέμεσις και ο Θρήνος
  4. Η Παρακαταθήκη και το Σάλπισμα

ΠΡΟΟΙΜΙΟ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

Ο Έλληνας, ανώνυμος κι επώνυμος,
μεγαλουργεί στα ξένα.

Δεν γίνονται όλοι Ωνάσηδες·
μα κάποτε η Ιστορία
διαλέγει έναν άνθρωπο
να σηκώσει ψηλά
το όνομα ενός λαού.

Της Ιωνίας είχε αίμα,
της Σμύρνης τη μνήμη,
της θάλασσας το κάλεσμα.

Εκείνος υπήρξε μοναδικός,
ο Ένας.

Καμάρι του Γένους,
μέγας εφοπλιστής,
που κάποιοι στρεβλόψυχοι
τον αποκάλεσαν «απατεώνα».

Μα πώς να μείνει κανείς άσπιλος
μέσα στον βούρκο
των διεθνών ανταγωνισμών;

Αυτοδημιούργητος, πολυμήχανος και απλός,
παράτολμος, δυναμικός, μεγαλόπνοος,
γνήσιος Ίωνας, Σμυρνιός,

καμάρι της φυλής
σε όλη την Οικουμένη.

Μέγας ευεργέτης,
χωρίς ποτέ να προσδοκά τιμές.

Έφερε στην πατρίδα
δόξα και τιμή.

Χάρισε το Ωνάσειο,
έδωσε πνοή στην Ολυμπιακή,
σκόρπισε θάρρος και αυτοπεποίθηση.

Έκανε τον Έλληνα
να αισθανθεί υπερήφανος.

Και η φήμη του
ταξίδεψε πέρα από θάλασσες,
πέρα από σύνορα.

Εχθροί και φίλοι…

Θαυμάστε τον.
Μισήστε τον.
Συκοφαντήστε τον.
Πολεμήστε τον.
Αγνοήστε τον.

Και τι μ’ αυτό;

Γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι
δεν κρίνονται μόνο
από τους ανθρώπους της εποχής τους.

Κρίνονται από τον χρόνο

Α΄ ΡΑΨΩΔΙΑ

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Από την Ιωνία στον κόσμο

Δεν γεννιούνται όλοι μεγάλοι.

Μα κάποιοι τολμούν
να βαδίσουν εκεί
όπου οι άλλοι φοβούνται.

Από τις στάχτες μιας χαμένης πατρίδας
γεννήθηκε μια φλόγα.

Και η φλόγα αυτή
έμελλε να φωτίσει
τις θάλασσες του κόσμου.

Ο πρόσφυγας ξεκίνησε.

Ο δημιουργός γεννήθηκε.

Ο Ίωνας μέσα του
κουβαλούσε τη μνήμη
ενός πολιτισμού αιώνων.

Δεν είχε μόνο χρήμα.

Είχε θέληση.

Δεν είχε μόνο φιλοδοξία.

Είχε όραμα.

Τράβηξε κουπί σκληρό
σε θάλασσες άγνωστες,
με μόνη πυξίδα
την πίστη στον εαυτό του.

Και η μοίρα, σαν να τον δοκίμαζε,
του έδωσε εμπόδια
για να μετρήσει τη δύναμή του.

Μα εκείνος προχώρησε.

Γιατί ο άνθρωπος
που έχει μέσα του δημιουργική φωτιά
δεν σταματά μπροστά στα κύματα.

Και έτσι άρχισε η πορεία.

Από τη Σμύρνη
προς τον κόσμο.

Από τον πόνο
προς τη δημιουργία.

Από τον απλό άνθρωπο
προς τον θρύλο.

Μα όπου υψώνεται ο άνθρωπος,
εκεί αρχίζει και η δοκιμασία του.

Γιατί η κορυφή δεν χαρίζεται.

Κατακτάται.

Και η θάλασσα τον καλεί…

Β΄ ΡΑΨΩΔΙΑ

Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ

Ο Μεγαλοπρεπής και Θρυλικός

Κι όταν η φλόγα έγινε δύναμη,
κι όταν η δύναμη έγινε δημιουργία,
άρχισε ο μύθος
να βαδίζει πλάι στην Ιστορία.

Μεγαλοπρεπής και θρυλικός,
ζούσε σαν μεγιστάνας και σαν ηγεμών.

Του ανήκαν η χλιδή και η μεγαλοπρέπεια,
μα στο ταπεινό το ταβερνάκι,
με τα ρεμπέτικα,
ευφραινόταν με ελληνικό ουζάκι,
με ελιά και χταποδάκι,

όταν ερχόταν να ξεκουραστεί
στο Αιγαίο,
σε κάποιο μαγευτικό νησάκι.

Γιατί μέσα στον κοσμοπολίτη
ζούσε πάντα ο Έλληνας.

Η θάλασσα ήταν η πατρίδα του.

Το κύμα ήταν το τραγούδι του.

Το νησί ήταν η ανάσα του.

Είχε το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ερμή,
τη δύναμη του Ηρακλή,
την πολυμήχανη σκέψη του Οδυσσέα,
την ορμή του Αχιλλέα.

Του Άρη το όνομα
και την πολεμική αρετή,

του Έλληνα το φιλότιμο
και την ψυχή,

του Ίωνα τη σοφία
και τη χάρη.

Δεν ήταν μόνο άνθρωπος των αριθμών.

Ήταν άνθρωπος της τόλμης.

Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν όρια,
εκείνος έβλεπε ορίζοντες.

Με αναμμένο στης πλώρης το φανάρι
και τον «Ολυμπιακό Δαυλό»
σαν ακόντιο και δοξάρι,

στο Αιγαίο,
στο Ιόνιο
και στον Σκορπιό,

υπερήφανη έπλεε η «Χριστίνα».

Σαν πλωτός ναός
της ελληνικής φιλοδοξίας.

Σαν σύμβολο
ότι ένας άνθρωπος
μπορεί να κάνει το όνειρο πραγματικότητα.

Κι έγινε μεγαλοεφοπλιστής στην Αθήνα,

με τους στόλους του
να ανοίγουν τα πανιά,

με αεροπλάνα και πλοία,

όλα με ονόματα ελληνικά,

σε αιθέρες και ωκεανούς
να ταξιδεύουν.

Η Ελλάδα, που κάποτε ήταν πληγωμένη,
είδε το όνομά της
να περνά τις θάλασσες.

Το  ένδοξο  κράτος
έγινε μεγάλη παρουσία.

Τους κύκλους τους χρωματιστούς
των αγώνων να θυμίζουν Ολυμπιακούς,

και των Ολύμπιων
τα ιερά και θεία.

Γιατί η Ολυμπιακή
δεν ήταν μόνο μια εταιρεία.

Ήταν σύμβολο.

Ήταν φτερά.

Ήταν η εικόνα μιας Ελλάδας
 να  υψηπετά

στην Ομογένεια να ενώνει

 τα παιδιά

Τιμήστε τον ημίθεο!

Αθάνατος, σαν τον Δία.

Και όλα κυλούσαν ωραία και ομαλά
στα αρχοντικά των Ωνάσηδων.

Η δόξα είχε φτάσει στις κορυφές.

Οι ισχυροί του κόσμου
περνούσαν από κοντά του.

Οι αυλές των βασιλέων
και των μεγιστάνων
άνοιγαν τις πόρτες τους.

Μα η μοίρα των μεγάλων
έχει πάντα δύο πρόσωπα.

Γιατί εκεί ψηλά,
εκεί όπου λάμπει ο ήλιος,
φαίνονται πιο καθαρά
και οι σκιές.

Όχι όμως και για τους μοχθηρούς εχθρούς του,
που τον έβλεπαν ως ανταγωνιστή τους
και τον κοιτούσαν με φθόνο βαθύ,

μέσα από το ασπράδι του ματιού τους.

Γιατί η επιτυχία γεννά θαυμασμό,
μα κάποτε γεννά και φθόνο.

Και εκεί όπου ο άνθρωπος
αγγίζει την κορυφή,

εκεί παραμονεύει η δοκιμασία.

και της Ιφιγένειας η θυσία 

Ώσπου μεθόδευσαν τη δολιοφθορά,

το μεγάλο φονικό του γιου του…

Κανείς θνητός δεν κρατά για πάντα
το στέμμα της τύχης.

Η δόξα μπορεί να στεφανώσει τον άνθρωπο,

μα η Νέμεσις πάντα περιμένει.

Και τώρα αρχίζει
η πιο σκοτεινή ραψωδία…

Γ΄ ΡΑΨΩΔΙΑ

 Η ΝΕΜΕΣΙΣ

Η τραγωδία του πατέρα

Κανείς θνητός δεν γνωρίζει
τι γράφει η Μοίρα στο βιβλίο της.

Ο άνθρωπος μπορεί να δαμάσει θάλασσες,
να υψώσει πύργους,
να κατακτήσει αγορές και πολιτείες,

μα μπροστά στον πόνο
μένει πάλι άνθρωπος.

Εκεί που η δόξα στέκεται ψηλά,
η Νέμεσις παραμονεύει.

Σαν δέχθηκα τη Τζάκυ
στο σπιτικό μου,

στον Σκορπιό, στο νυφικό κρεβάτι,
και στο κότερό μου,

πλήγωσα της Μαρίας το ηθικό

κι έδωσα το όνομα του βασιλιά
«Ιμπν Σαούντ» 

στο μεγαλύτερό μου καράβι,

στα κάστρα της διεθνούς εξουσίας,
στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού

κάποιους αναταράζει.

Νόμιζα πως η μοίρα
μου είχε χαρίσει τα πάντα.

Μα του Μαμωνά οι αργυροφάντες,
απόφαση πήραν εν τάχει.

Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες του κακού,
τα μαχαίρια τους με μανία τροχίζουν.

Την καρδιά του παιδιού μου ζητούν,

εκεί όπου πιο βαθιά πονάω,

εκεί όπου η ψυχή μου σφάζεται.

Το έγκλημά τους τούς συναρπάζει·

τον Αλέξανδρο πισώπλατα χτυπούν,

κι η συμφορά στο Ελληνικό
με συγκλονίζει και με συνταράζει.

Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος
από τον πόνο του γονιού.

Όλα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος:

την απώλεια πλούτου, την πτώση,
την προδοσία, μα όχι εύκολα την απώλεια του παιδιού του.

Μα έτσι που σε κατάντησαν, παιδί μου…

«Βγάλτε τα σωληνάκια…

τελείωσε του Αλέξανδρου το λάδι»,

λέω στους γιατρούς
με πόνο αβάσταχτο, και μπρος σκοτάδι

εκείνο το μοιραίο βράδυ.

Και μοιρολογούσε ο άμοιρος γονιός…

στο άψυχο κορμί σιωπηλός
που κείτονταν ακόμη ζεστό.

Και ψιθύριζε:

«Αν ζούσε ο Αλέξανδρος,

τ’ αγαπημένο μου παιδί,

σε τούτο τον αλγεινό αιώνα
της βαρβαρότητας και της παρακμής,

της πατρίδος θα γινόταν εμπνευστής
σε δίσεκτους καιρούς,
σε χρόνια άγρια.

Άνδρας ευκλεής και οιστρηλάτης,

με το παράδειγμά του πρωτολάτης,

στα ύψη θα την ανέβαζε
από τα καταχθόνια βάθη.

Και ειρηνικός θηριομάχος
των αγριοφρόνων βαρβάρων,

σαν άλλος Ηρακλής
θα εξελισσόταν με τα χρόνια.

«Και τώρα…

τώρα θα μπει στο χώμα!»

Και τότε ο μεγάλος άνδρας
έμεινε μόνος.

Όχι με τους θησαυρούς του.

Όχι με τα καράβια του.

Όχι με τη δύναμή του.

Μόνο με τη μνήμη.

και τη λατρεία του παιδιού του

Καιρός είναι κι εγώ να απέλθω
από τον μάταιο τούτο κόσμο,

με την ψυχή μου ψηλά ανεβασμένη,

να ουρανοπλεύσω για το στερνό ταξίδι.

Στον Σκορπιό, στο ερημικό κοιμητήρι,

με τα φτερά της «Ολυμπιακής»,

σαν του Πλούτωνα πλοίο νεκρικό,

ο νεκρός Αλέξανδρός μου
θα μεταφερθεί

στην απεραντοσύνη
της κοντινής Αχερουσίας λίμνης,

στον ποταμό της λήθης
και της αέναης ροής.

Καθάριος θα περάσει,
χωρίς οδύνη, με νεανική αλκή

Η ενέργεια αθάνατη θα μείνει.

Μόνο το σώμα θα φθαρεί…

Μα πριν φύγει ο πατέρας,
πριν κλείσει η αυλαία της ζωής του,

έχει ακόμη έναν λόγο να πει.

Γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι
δεν αφήνουν μόνο πλούτη.

Αφήνουν παρακαταθήκη.

Και η τελευταία τους λέξη
ανήκει στους ζωντανούς.

Δ΄ ΡΑΨΩΔΙΑ

Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Ο τελευταίος λόγος

Όμως λυπάμαι τη μοίρα σου, «Ολυμπιακή» μου!

Το καμάρι του Αλέξανδρου
και το δικό μου μεράκι

των «5» ηπείρων

Ικαρος και  αετός 

Έπεσες στα νύχια των εχθρών,

σαν το χελιδόνι
στου γερακιού τα νύχια.

Με μοχθηρία σου τσακίσαν τα φτερά,

γιατί δεν ήθελαν στις πέντε ηπείρους
ελεύθερη να πετάξεις.

Σε κατάντησαν μικρή και ευτελή,

γριά ζητιάνα στα αζήτητα,

να ψάχνεις αγοραστή
και να μη βρίσκεις

 Θύμα κρατικοδίαιτων τρωκτικών
της διαφθοράς.και ο τερμίτης

Κι όμως…

Ό,τι και αν συμβαίνει στα έργα των ανθρώπων,

η ιδέα δεν πεθαίνει.

Γιατί η Ολυμπιακή
δεν ήταν μόνο  ιπτάμενη.

Ήταν σαν  σύμβολο δοξασμένη

Ήταν όραμα ήταν  φτερά.

Ήταν η απόδειξη
ότι ένας λαός μπορεί
να υψώσει το βλέμμα του
πάνω από τα σύνορά του 

στην οικουμένη

Και τώρα έφτασε η ώρα
για τον στερνό απολογισμό.

Η χρυσοφόρος Πλουτώ
με πρόδωσε οικτρά…

Όχι όμως και ο ελληνικός λαός.

Οι Έλληνες με αγαπούν
και δεν θα με ξεχάσουν.

Γιατί οι άνθρωποι ξεχνούν κάποτε
τους πλούσιους,

μα θυμούνται πάντα
εκείνους που τόλμησαν.

Στη διαθήκη μου γράφω:

το «Ωνάσειο» να ανεγερθεί,

για να υπηρετεί τον άνθρωπο,

και τους άριστους να τιμούν
με βραβεία και αριστεία.

Γιατί ο πλούτος που μένει
δεν είναι αυτός που φυλάχτηκε.

Είναι αυτός που δόθηκε.

Η ΚΑΤΑΡΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Η μάγισσα μού έριξε φοβερή κατάρα,

όμοια με εκείνη
του οίκου των Ατρειδών.

Μαγείρεψε το κρέας των παιδιών μου
με πετρέλαιο και Ιχώρ

και μου το πρόσφερε
να το γευθώ

στο τραπέζι των εχθρών μου.

Από την Αθηνά είχε ειπωθεί:

«Προκοπή δεν καρτερώ».

Σαν έσβησε το δικό μου κερί,

πήρα μαζί μου μόνο
δυό μέτρα γη,

για να δικαιωθεί έτσι ο χρησμός
του απλοϊκού λιμενεργάτη,

που κάποτε μου είχε πει σε ένα ταβερνάκι

«Δυό μέτρα γης θα πάρεις κι εσύ, Ωνάση,

σε κάποιο ταπεινό, μικρούτσικο νησάκι».

Αλλά δεν είχε πει ότι ο Σκορπιός θα πουληθεί

Μα δεν αφήνω πίσω μου
μόνο μια ιστορία.

Αφήνω παρακαταθήκη.

Σε κάθε Έλληνα
που θέλει να αγωνιστεί.

Σε κάθε νέο άνθρωπο
που θέλει να δημιουργήσει.

Μπορεί.

Αρκεί να τολμήσει.

Γιατί οι κορυφές
δεν ανήκουν στους αργούς και στους φοβισμένους.

Ανήκουν σε εκείνους
που σηκώνονται μετά την πτώση.

Μαύρος ο ορίζοντας της εποχής,

αγκομαχούν γη, νεκροί και ζωντανοί,

λαμπαδιάζουν οι καιροί,

συνεχίζεται η Γιγαντομαχία.

Έλληνα,

σκέψου λογικά
και ζήσε φυσικά.

Έσω έτοιμος για Τιτανομαχία.

Ο προαιώνιος αντίπαλος
ποτέ δεν λησμονεί.

Έχε τα μάτια σου ορθάνοιχτα,

μη λυγάς.

Με αυτογνωσία και σύμπνοια
προχώρα μπροστά,

χωρίς της διχόνοιας το σαράκι

και τη στείρα κομματοκρατία.

Μακριά από της Κίρκης
τα μαυλιστικά τραγούδια

και τις ψεύτικες ιδεολογίες,

με οδηγό

τις διαχρονικές μας Αξίες.

Έλληνες, εγερθείτε!

Η χώρα του Διός
θα ξαναγεννηθεί
μέσα στους αιώνες.

Όλοι ριχθείτε σε Αγώνες,

με όπλα τη γνώση,
την αρετή
και τη δημιουργία.

Η Αλήθεια θα λάμψει στη Γη.

Γλυκοχαράζει η αυγή.

Θα διαλύσει το ψέμμα
η επιστήμη τώρα.

Πανίσχυρο το ελληνικό πνεύμα,

ηρωικό το αίμα.

Αύριο ξημερώνει
μια καλύτερη μέρα.

Η Ελλάδα,

πατρίδα πολιτισμού,

πατρίδα ηρώων και σοφών,

η Ιωνία που γέννησε μνήμη και φως,

θα συνεχίσει το ταξίδι της.

Τίποτα δεν τελειώνει

Και τώρα…

η τελευταία σάλπιγγα ακούγεται.

Δεν καλεί σε θρήνο.

Δεν καλεί σε φόβο.

Καλεί σε δημιουργία.

ΣΑΛΠΙΣΜΑ

Η σάλπιγγα ηχεί.

Η σκυτάλη περνά στους νέους.

Δεν σας αφήνω χρυσάφι.

Σας αφήνω παράδειγμα.

Μη ζητήσετε εύκολο δρόμο.

Οι κορυφές κατακτώνται.

Να ονειρεύεστε.

Να δημιουργείτε.

Να τολμάτε.

Γιατί κάθε μεγάλη εποχή
γεννιέται από ανθρώπους
που αρνούνται να συμβιβαστούν με το μικρό.

Η σάλπιγγα προστάζει:

ΕΜΠΡΟΣ!

ΑΙΕΝ ΑΡΙΣΤΕΥΕΙΝ

ΤΕΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *