MONSTERS IN THE GREEK TRADITION

by Major General (Ret.) K. H. Konstantinidis

PART A

THE MONSTERS OF THE GREEK TRADITION

The Greeks had not only the grace-bestowing Muses and the Graces in their mythological tradition, but also Monsters and monstrous births. This leads us to the conclusion that these traditions refer to periods hundreds of thousands of years ago, when, according to mythological narratives, human genes became intermingled with those of other animals, giving rise to strange, anthropomorphic beings—monsters.

The Greek Logos, even through its accounts of monstrous births, unfolds the earliest history of humankind on the planet Earth.

We can distinguish three types of monstrous beings:

  1. Monsters that tormented human beings and existed before the Olympian gods.
  2. Monsters created by the gods to punish human beings.
  3. Monster offspring born from unions between humans and mortals or between humans and gods.

I would, however, add the prehistoric mammoths, which terrified primitive humans by their appearance and their cries.

We have such “monsters” even today, under different names, which terrorize us and consume our lives. By way of example, I would mention a few of them:
a) our divisive political system, b) wildfires, c) waste, d) environmental destruction, e) nuclear weapons, f) reckless leaders, g) Attila, h) modern natural disasters, i) plastics, oligarchs, and so on.

In the past, according to mythological tradition, there appeared a mighty Heracles, who first cleansed his immediate surroundings of the terrible monsters and dangers that plagued them: the Nemean Lion, the Lernaean Hydra, the Stymphalian Birds, the Python of Delphi, and others.

He then turned toward the South, toward Crete, where he confronted the Minotaur, and toward the North of Greece, to Thrace, where he captured the man-eating horses of Diomedes.

He subsequently turned toward the East, where he confronted Echidna in Syria, and toward the West, where he obtained the Apples of the Hesperides. To the south, he also confronted and killed Campe in Libya, while to the north he reached as far as Colchis, where he faced the dragon that guarded the Golden Fleece.

Thus, through his labors and wanderings, Heracles emerged as the symbolic master of the known world of his time, having confronted and overcome the forces of chaos, fear, and destruction.

And perhaps his next and most symbolic labor was his descent into Hades, in order to confront Cerberus, the terrifying guardian of the entrance to the Underworld, thereby proving that even the realm of the dead was not beyond the reach of his strength and will.

Thus, Heracles’ journey is no longer limited to confronting external monsters. Through his descent into Hades, he turns inward, explores his own self, and comes face to face with the deepest and eternal mystery of human existence: the phenomenon of life and death.

Another, more recent hero, Ioannis Kapodistrias, attempted to build a better Greece immediately after its liberation from Ottoman rule. He envisioned a modern, organized, and well-governed Greek state, founded upon education, justice, and social progress.

However, the political climate of the time, influenced also by the interests and ambitions of foreign powers, stood against him. Kapodistrias, despite his service and good intentions, ultimately met his assassination on September 27, 1831, outside the Church of Saint Spyridon in Nafplio.

And yet, Kapodistrias never ceased to be a symbol of selflessness, patriotism, and political regeneration. His figure continues to stand, in our collective imagination, as a reminder that Greece can seek a better path, free from the maladies, divisions, and entrenched obstacles of a political system that so often disappoints its citizens.

Kapodistrias therefore remains an enduring hero and a symbol of the Greece we envision: a Greece that is free, independent, just, and truly creative.

Major General (Ret.) Konstantinos Konstantinidis
Author – Member of the Society of Greek Writers

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: http://www.amphiktyon.org

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

του Υποστρατήγου ε.α. Κ. Χ. Κωνσταντινίδη

ΜΕΡΟΣ Α΄

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Οι Έλληνες δεν είχαν μόνο τις χαριτόβρυτες Μούσες και τις Χάριτες στη μυθολογική τους παράδοση, αλλά και τα Τέρατα και τις τερατογενέσεις. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αναφέρονται σε χρόνους εκατοντάδων χιλιάδων ετών, τότε που τα ανθρώπινα γονίδια συμπλέκονταν, κατά τη μυθολογική αφήγηση, με άλλα ζωικά και δημιουργούσαν παράξενες ανθρωπόμορφες υπάρξεις-τέρατα.

Ο Ελληνικός Λόγος, ακόμη και μέσα από τις τερατογονίες, ξεδιπλώνει την πρώτη ιστορία του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη Γη.

Διακρίνουμε τρία είδη τερατογονίας:

  1. Τέρατα που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους και υπήρχαν πριν από τους Ολύμπιους θεούς.
  2. Τέρατα που γέννησαν οι θεοί για να τιμωρήσουν τους ανθρώπους.
  3. Τέρατα-παιδιά που γέννησαν οι άνθρωποι με θνητούς ή με θεούς.

Εγώ, όμως, θα πρόσθετα και τα προϊστορικά μαμούθ, τα οποία τρομοκρατούσαν τον πρωτόγονο άνθρωπο με τη θέα και τις οιμωγές τους.

Τέτοια «τέρατα» έχουμε και σήμερα, με διαφορετικά ονόματα, που μας τρομοκρατούν και μας κατατρώγουν τη ζωή. Θα αναφέρω ενδεικτικά μερικά από αυτά:
α) το διχαστικό πολιτικό μας σύστημα, β) τις πυρκαγιές, γ) τα σκουπίδια, δ) την περιβαλλοντική καταστροφή, ε) τα πυρηνικά όπλα, στ) τους άφρονες ηγέτες, ζ) τον Αττίλα, η) τις σύγχρονες θεομηνίες, θ) τα πλαστικά, τους Ολιγάρχες κ.ο.κ.

Στο παρελθόν, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, βρέθηκε ένας παντοδύναμος Ηρακλής, ο οποίος πρώτα καθάρισε το εγγύς προς αυτόν περιβάλλον από τα φοβερά τέρατα και τους κινδύνους που το μάστιζαν: το Λιοντάρι της Νεμέας, τη Λερναία Ύδρα, τις Στυμφαλίδες Όρνιθες, τον Πύθωνα των Δελφών και άλλα.

Στη συνέχεια στράφηκε προς τον Νότο, προς την Κρήτη, αντιμετωπίζοντας τον Μινώταυρο, και προς τον Βορρά της Ελλάδος, στη Θράκη, όπου συνέλαβε τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη.

Κατόπιν στράφηκε προς την Ανατολή, όπου αντιμετώπισε την Έχιδνα στη Συρία, και προς τη Δύση, όπου απέκτησε τα Μήλα των Εσπερίδων. Προς Νότον αντιμετώπισε και σκότωσε την Κάμπη στη Λιβύη, ενώ προς Βορράν έφθασε μέχρι την Κολχίδα, όπου αντιμετώπισε τον δράκοντα που φύλαγε το χρυσόμαλλο δέρας.

Έτσι, ο Ηρακλής, μέσα από τους άθλους και τις περιπλανήσεις του, αναδείχθηκε σε συμβολικό κυρίαρχο του τότε γνωστού κόσμου, έχοντας αντιμετωπίσει και υπερνικήσει τις δυνάμεις του χάους, του φόβου και της καταστροφής.

Και ο επόμενος, ο πιο συμβολικός ίσως, άθλος του ήταν η κάθοδός του στον Άδη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Κέρβερο, τον φοβερό φύλακα της εισόδου του Κάτω Κόσμου, ώστε να αποδείξει ότι ακόμη και ο κόσμος των νεκρών δεν ήταν απρόσιτος στη δύναμη και τη θέλησή του.

Έτσι, η πορεία του Ηρακλή δεν περιορίζεται πλέον στην αντιμετώπιση εξωτερικών τεράτων. Με την κάθοδό του στον Άδη, στρέφεται προς τα έσω, ερευνά τον ίδιο τον εαυτό του και έρχεται αντιμέτωπος με το βαθύτερο και αιώνιο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης: το φαινόμενο της ζωής και του θανάτου.

Ένας άλλος, νεότερος ήρωας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, προσπάθησε να οικοδομήσει μια καλύτερη Ελλάδα, αμέσως μετά την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό. Οραματίστηκε ένα σύγχρονο, οργανωμένο και ευνομούμενο ελληνικό κράτος, θεμελιωμένο στην παιδεία, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική πρόοδο.

Όμως, το πολιτικό κλίμα της εποχής, επηρεασμένο και από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των ξένων δυνάμεων, στάθηκε απέναντί του. Ο Καποδίστριας, παρά την προσφορά και τις αγαθές προθέσεις του, οδηγήθηκε τελικά στη δολοφονία, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, έξω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο.

Και όμως, ο Καποδίστριας δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί σύμβολο ανιδιοτέλειας, πατριωτισμού και πολιτικής αναγέννησης. Η μορφή του εξακολουθεί να στέκει νοερά ανάμεσά μας, ως υπόμνηση ότι η Ελλάδα μπορεί να αναζητήσει έναν καλύτερο δρόμο, απαλλαγμένο από τις παθογένειες, τις διχόνοιες και τις αγκυλώσεις ενός πολιτικού συστήματος που συχνά απογοητεύει τους πολίτες της.

Ο Καποδίστριας παραμένει, επομένως, ένας διαχρονικός ήρωας και ένα σύμβολο της Ελλάδας που οραματιζόμαστε: μιας Ελλάδας ελεύθερης, ανεξάρτητης, δίκαιης και πραγματικά δημιουργικής. 

Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: http://www.amphiktyon.org

Dear Colleagues and Friends,

Marking fifty-two years since the tragic days of August 1974, the Association of Retired Signal Corps Officers turns its thoughts to all those who fought in Cyprus, particularly to those who served in the Signal Corps, often far from the public spotlight, yet at the very heart of command and control.

Operations “Attila I” and “Attila II” represented one of the most severe trials for the Hellenic Navy-Army-Air Force Command in Cyprus (GEEF), ELDYK (Hellenic Force in Cyprus), and the units of the National Guard. Under continuous airstrikes, heavy artillery fire, constant tactical maneuvers, and overwhelming operational pressure, military communications were tested like never before.

At the time, primary tactical communication relied on VHF radio sets, such as the AN/PRC-77 and the VRC series, HF radios for long-range communications, and extensive tactical field wire networks. The mountainous terrain of Cyprus, particularly around the Kyrenia (Pentadaktylos) Range, severely hampered VHF communications, requiring line-of-sight retransmission or alternative signal routing wherever possible.

Maintaining reliable command, control, communications between headquarters proved exceptionally challenging. Enemy bombardment, physical destruction of landlines, and  tactical movements continually compromised network integrity. Communications between Athens and Nicosia depended heavily on available military links, supplemented on occasion by civilian telecommunication circuits when operational necessity dictated. Furthermore, HF links lacked robust COMSEC protection against electronic interception or jamming, severely complicating the timely and secure transmission of critical orders.

This hostile environment, the self-sacrifice of ELDYK’s Signallers stood out. During the fierce battles from August 14 to 16, 1974, Signallers made superhuman efforts to keep communications open with GEEF despite relentless enemy artillery and air strikes. When radio equipment was destroyed or rendered inoperable, critical tactical information was relayed manually by messengers, often at a heavy cost in human lives. Their contribution was not merely technical; it was deeply operational and, in many instances, decisive for sustaining resistance.

On the third day of the Turkish operation “ATTILA-2”, during the battle at Hill B near the ELDYK camp, the ELDYK Signal Platoon suffered four (4) killed in action and five (5) missing in action. The two Infantry Battalions of ELDYK had already executed a tactical withdrawal further south. Consequently, the 54-man Signal Platoon, answering the call of duty alongside other detachment elements of ELDYK’s Headquarters Company, fought as Infantry. They directly engaged superior forces of the Turkish Regiment in Cyprus (TOURDYK) supported by an armor platoon. Total Greek casualties in this specific engagement reached 105 men.

The operations in Cyprus also highlighted the critical importance of Electronic Warfare (EW). Historical accounts and subsequent military analyses indicate that Turkish forces deployed electronic support and jamming capabilities, adversely affecting Greek tactical networks. The limited availability of secure voice modules and modern encryption on field networks increased vulnerability to signal intelligence exploitation. On the Greek side, Electronic Warfare capabilities were extremely limited relative to operational demands. Mitigating these disruptions relied primarily on the experience, discipline, and resourcefulness of Signal personnel through frequency hopping, tactical rerouting, and field expedients.

Τhe lesson of 1974 transcends technical specifics. The experience demonstrated in the most dramatic manner that effective Command and Control depends directly on reliable, secure, and resilient communications. Without communications, there is no coordination, no timely decision-making, and no effective exercise of command.

The lessons of Cyprus decisively shaped the development of the Hellenic Army Signal Corps in the following decades. The gradual introduction of modern communication systems, advanced cryptographic equipment, organic Electronic Warfare capabilities, and enhanced joint interoperability were not mere technological upgrades, they were a direct response to experiences gained at a heavy price.

Today, in an era of network-centric warfare, satellite communications, digital networks, and cyberspace, the core truth remains unchanged: Signals is not a auxiliary support function. It is a fundamental component of combat power.

As the Association of Retired Signal Corps Officers, we honor the memory of the fallen, express our profound respect to all who served in Cyprus, and pay special tribute to the Signallers who kept the lines open under the most arduous conditions.

The history of 1974 must not serve solely as a memorial; it must remain a source of knowledge, professional responsibility, and vigilance for future generations of the Hellenic Armed Forces.

Respectfully,

Lieutenant General (ret.) Dimitrios Koutroumanis

Chairman of the Association of Retired Signal Corps Officers Greece (SAADB)

THE BROKEN FLOWERPOT

by Lieutenant General (Ret.) Konstantinos Ch. Konstantinidis

Every time I visit Patras,
I gaze upon the broken flowerpot.
It once bore the most beautiful flower,
and the sweetest song.

Scattered dreams, loves, desires,
the years of youth, when we saw visions
shattered by time,
filled with nostalgia, bitterness and pain.
There were betrayals as well,
and hopes that never came to pass.

Life is not built on dreams alone;
it takes struggle, anguish and pain.
Misfortunes and calamities, like Diomedes’ horses—
you try to tame them,
and they tear your heart apart.

Through those bleak years, laden with misery,
we lived, as little children, hungry.
Yet we had principles and values,
escapes to Psila Alonia and the pier
whenever the fleet arrived.

Those harsh wartime years,
when sirens and cannons resounded,
filled our lives with sorrow,
while we, as always, were their eternal victims.
How many obstacles, how many humiliations!
Scylla and Charybdis
seemed determined to crush us,
to tear our young lives apart.

My generation was deprived of play
and of the song of love.
And even now, in the deep twilight of old age,
our struggle grows harsher.

Those years, those years of martyrdom—
how could one endure them?
How can I sing of my lost youth,
when it was utterly dark and wretched?
A lifetime of suffering,
and a soul broken.
Our refugeehood tormented us,
and orphanhood left us humbled.

Then, as we looked up at the stars,
they brought us ominous tidings.
We were born as unwanted children,
amid battlefronts and fortresses,
without soil beneath our feet,
our own flowerpot dry and barren.

And when liberation finally came,
that was when the greatest catastrophe began.
Only the enemy’s collaborators
and the black-marketeers
had selfish and malicious souls.
That accursed National Schism!

Everything has changed now,
brighter, more luminous.
Back then it was dark,
but somehow more natural.
Souls were purer,
the times more romantic.

Only the enemy’s collaborators
had selfish and malicious souls,
and the black-marketeers.

Houses with courtyards, jasmine and daisies—
the apartment blocks demolished it all,
like comets sweeping everything away.
Nothing recalls the old days anymore,
nor the faces I have lost.
And abundant energy has harmed the earth.

If this course continues,
Medusa’s apparition will burn us.

The memory of friends and acquaintances weighs heavily.
Feasts, flirting, friendships,
and Maroudas’ songs—
nostalgia takes your breath away.

When clouds descend upon the city
and not a drop of rain falls,
old memories suddenly spring to life,
from the days when the rain
fell in torrents.

And we, without umbrellas, beneath the arcades,
exchanged glances with the girls we admired.

Now the city is dry and hot,
and you yearn for the old city,
the vanished city.

The arcades are remnants of another age,
when the climate was different.
Even the churches have changed.

The city’s patron saint, a splendid monument,
the magnificent Archaeological Museum—
yet it is impossible for me
to find my old school.

The haunts and entertainments of those days are gone.
The old noble lady has become a tourist attraction.

The factories and industries have disappeared,
from the days when raisin after raisin-filled shiploads
were exported,
and, after liberation, ships brought soybeans
to feed the hungry.

I was a schoolboy then.
I worked during the summer carrying sacks,
so that I could take my wages
to my mother,
may she rest in peace.

The city spreads out like a loukoumas,
over forests, fields and mountains,
to house the multitude
that arrives every day.

Credit to the mayor—he takes care of her,
beautifies every neighborhood,
and in cleanliness he truly excels.
It matters not whom he votes for.

The shoreline has finally been cleaned;
the old industries were serious polluters.

Patras is still waiting for development.
Even Kleomenis’ old wine shop has closed.

Overtourism will bring nothing but pollution.

The Carnival Dionysus shines brightly,
but the Apollonian spirit is missing.
And the Achaean calls for development—
for a metro,
and a solution to the traffic.

Only ghosts and spirits
keep me company in the city.

My eyes keep searching
for the old days, the old shops,
and familiar faces.

But in vain.
Time is merciless;
the fatal entelechy of things
clears away the old and brings the new.
It plays its game beautifully.

Only ghosts can time not destroy,
nor the spirits that accompany you
as you walk alone.
They seem almost to mock you:

“You, ancient old man,
how did you find your way here?
A man from another age!

All your acquaintances,
all the loves of your past,
are beneath the earth,
and you still wander about
like an ageless young man?

Did Zeus make you immortal?
What have you done
to steal longevity?”

You return to the scene of the crime,
your lordship.

Your family was sacrificed
for the sake of the homeland.

And you, alone,
in your old neighborhood.

We endured dark years in our youth,
and even darker old age.

The digital identity…

Yet there are worse things;
we must not complain.

We have lived through three great eras,
and even now we continue to change
and modernize ourselves.

And now that you leave two Muses
standing at your side,
may they too drink water
from the same source,
each in her own time
sending the message of Hellenism
far and wide.

I am grateful to them!

This message has spread across the continents
through Greeks and Philhellenes,
the most experienced among us.

They will continue the work
for humanity and the environment,
moving from “I” to “We,”
without violating the dignity of others;

bringing law and justice
to every oligarch
and every foolish “great man,”

and making money a means
for the benefit of all humanity,
rather than a dragon
that devours your flesh.

With the bombs of Melpomene,
the bell of Nature
rings out mournfully.

(17 August 2026)

Lieutenant General (Ret.) Konstantinos Konstantinidis
Author – Member of the Society of Greek Writers

Amphiktyon Blog: Amphiktyon Blog
Amphiktyon Official Site: Amphiktyon Official Site

Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΓΛΑΣΤΡΑ

του Υποστρατήγου ε.α. Κ. Χ. Κωνσταντινίδη

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Πάτρα
αντικρίζω τη σπασμένη γλάστρα

Άνθιζε το πιο όμορφο λουλούδι

Και το πιο γλυκό τραγούδι.

Σκόρπια όνειρα, έρωτες, επιθυμίες,
νεανικά χρόνια,   που  βλέπαμε οπτασίες
 τσακισμένες στον χρόνο,
γεμάτες νοσταλγία, πίκρα και πόνο.

Δεν έλειψαν και οι προδοσίες,
ούτε  και οι απραγματοποίητες προσδοκίες.
Η ζωή δεν χτίζεται με όνειρα μόνο·
με αγώνα, αγωνία και πόνο.

 Συμφορές  και δυστυχίες, σαν τα άλογα του Διομήδη,
πας να τα δαμάσεις κι την καρδιά σου σκίζει.
Μέσα στα δίσεκτα χρόνια, με δυστυχία φορτωμένα,
ζήσαμε, παιδόπουλα, πεινασμένα.
Είχαμε όμως αρχές και αξίες,
 απόδραση  στα Ψηλαλώνια και στο μώλο

σαν έφθανε ο στόλος

Τα δίσεκτα εκείνα του πολέμου χρόνια,
που ηχούσαν οι σειρήνες και τα κανόνια,
τη ζωή μας γέμιζαν όλο στεναχώρια
κι εμείς, όπως πάντα, θύματα  αιώνια.

Πόσα εμπόδια, πόσα καψόνια!
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη
να μας συντρίψει,
τις νεανικές μας ζωές να τις ξεσκίσει.

Η γενιά μου στερήθηκε το παιχνίδι
και το ερωτικό τραγούδι.
 ως τώρα  στα βαθιά γεράματα
ο αγώνας μας σκληραίνει.


Τα χρόνια εκείνα, τα μαρτυρικά,
 Πώς να τα  αντέξεις;
Πώς να τραγουδήσω τη νιότη μου τη χαμένη,
αφού ήταν κατάμαυρη, δυστυχισμένη;

Μια ζωή μαρτύρια
κι η ψυχή τσακισμένη,

Η προσφυγιά μας ταλάνιζε
κι από την ορφάνια ταπεινωμένοι

Τότε, κοιτάζοντας τ’ άστρα,
κακά μας έδιναν μαντάτα.
Εμείς απόπαιδα γεννηθήκαμε,
σε μέτωπα και σε κάστρα.
Χωρίς χώμα  και ξερή η δική μας γλάστρα.

Και με της απελευθέρωσης τον ερχομό
τότε έγινε ο μέγιστος χαμός.

Μόνο οι συνεργάτες του εχθρού
και οι μαυραγορίτες
είχαν εγωιστικές και μοχθηρές ψυχές.

Ο επάρατοςΔιχασμός !!!

Όλα τώρα έχουν αλλάξει,
πιο λαμπερά, πιο φωτεινά.
Τότε ήταν σκοτεινά,
αλλά πιο φυσιολογικά.
Οι ψυχές πιο αγνές,
οι εποχές ρομαντικές.

Μόνο οι συνεργάτες του εχθρού
είχαν εγωιστικές και μοχθηρές ψυχές.

και οι μαυραγορίτες

Σπίτια με αυλές, γιασεμιά και μαργαρίτες·
οι πολυκατοικίες  όλα τα γκρέμισαν σαν τους κομήτες.

Τίποτα δεν θυμίζει τα παλιά,
τα πρόσωπα που έχω χάσει.
Και η άφθονη ενέργεια τη γη την έχει βλάψει.
Αν συνεχίσει τούτη η πορεία,
θα μας κάψει της Μέδουσας η οπτασία.

Η μνήμη φίλων και γνωστών σε θλίβει.
Γλέντια, φλερτ, φιλίες, και του Μαρούδα το τραγούδι
η νοσταλγία σε πνίγει

Σαν πέφτει στην πόλη η συννεφιά
και από βροχή δεν πέφτει στάλα,
μνήμες ξεπετιούνται  από τα παλιά
τότε που έβρεχε με την κουτάλα.

Κι εμείς, χωρίς ομπρέλες, στις στοές
βλέμματα ανταλλάσσαμε με τις εκλεκτές.
Τώρα άνυδρη η πόλη και θερμή,
την παλιά πόλη, τη φευγάτη, νοσταλγείς.

Απομεινάρια άλλων εποχών οι στοές,
κλιματολογικές συνθήκες διαφορετικές.
Ακόμα άλλαξαν και οι εκκλησιές.
Ο πολιούχος άγιος,  λαμπρό  μνημείο,
ωραιότατο το Αρχαιολογικό Μουσείο.
Αδύνατον να βρω το παλιό μου το σχολείο.

Άλλα τα στέκια και τα θεάματα της εποχής.
Η παλιά αρχόντισσα έγινε τουριστική.
Έφυγαν τα εργοστάσια και οι βιομηχανίες,
τότε που εξάγονταν καραβιές η σταφίδα
και, με την απελευθέρωση, σόγια έφερναν τα πλοία
να χορτάσουν οι πεινασμένοι.

Μαθητής τότε, δούλεψα το καλοκαίρι στα σακιά,
το μεροκάματο να πάω στη μαμά μου,
τη συγχωρεμένη.

Ξαπλώνεται η πόλη σαν λουκουμάς

Σε δάση, σε χωράφια και στα βουνά
για να στεγάσει το λεφούσι που φτάνει καθημερινά.
Άξιος ο δήμαρχος, την φροντίζει,
κάθε της γειτονιά καλλωπίζει
και από καθαριότητα «σκίζει».
Σημασία δεν έχει τι ψηφίζει.

Καθάρισε πλέον η ακτή·
οι παλιές βιομηχανίες σοβαρός ήταν ρυπαντής.

Η Πάτρα την ανάπτυξη ακόμη περιμένει.
Έκλεισε και το παλιό οινοπωλείο του Κλεομένη.
Ο υπερτουρισμός μόνο μόλυνση θα   φέρει.
 Ο καρναβαλικός Διόνυσος λαμπμρός   ,  λείπει ο  Απολλώνιος θεμσός   , και μετρό και  κυκλοφοριακό   ζητάει  ανάπτυξη  ο Αχαιός   

Μόνο   φαντάσματα και   στοιχειά
στην πόλη με συντροφεύουν.
Ψάχνει συνέχεια η ματιά
τα παλιά να βρει, τα μαγαζιά
και πρόσωπα γνωστά.

Αλλά ματαίως·
ο χρόνος αδυσώπητος, η Εντελέχεια μοιραία,
καθαρίζει το παλιό και φέρνει το νέο.

Παίζει το παιχνίδι της ωραία

Μόνο τα φαντάσματα δεν μπορεί να εξοντώσει ο χρόνος.
Και τα στοιχειά που σε συνοδεύουν, καθώς βαδίζεις μόνος,
είναι σαν να σε κοροϊδεύουν:

«Εσύ,  υπέργηρε, πώς βρέθηκες εδώ πέρα;
Άνθρωπος μιας άλλης εποχής!
Όλοι οι γνωστοί,
όλες οι αγάπες σου από τα περασμένα,
είναι στο χώμα,
κι εσύ σεργιανάς σαν αιωνόβιος νεανίας ακόμα;

Αθάνατο σε έκανε ο Δίας;
Τι κάνεις και κλέβεις την μακροζωία ;»

Γυρνάς στον τόπο του εγκλήματος, η αφεντιά σου.
Θυσία υπέρ πατρίδας η οικογένειά σου.
Κι εσύ,   μοναχικός   στην παλιά τη γειτονιά σου

Εμείς μαύρα χρόνια περάσαμε στη νεότητα
και ακόμη χειρότερα γεράματα.
Η ψηφιακή ταυτότητα…

Υπάρχουν όμως και χειρότερα·
δεν πρέπει να παραπονιόμαστε.
Ζήσαμε τρεις κύριες εποχές
και ακόμη κάνουμε αλλαγές
και εκσυγχρονιζόμαστε.

 Και τώρα που δύο  Μούσες
στο πόδι σου αφήνεις,
από την ίδια πηγή να πιουν κι αυτές νερό,
η καθεμιά το μήνυμα του Ελληνισμού
μακριά να στείλει εν καιρώ.τις ευγνωμονώ!!

Τούτο το μήνυμα έχει διαδοθεί στις ηπείρους
από Έλληνες, Φιλέλληνες, τους πλέον εμπείρους.
Θα συνεχίσουν το έργο
για τον άνθρωπο και το περιβάλλον,
από το «Εγώ» στο «Εμείς» χωρίς  να βιάσουν τον άλλον,
νόμο στον κάθε  ολιγάρχη και σε  κάθε ανόητο « μεγάλο»,
και το χρήμα μέσο να γίνει υπέρ της οικουμένης
και όχι, σαν δράκοντας, σάρκες σου να τρώει

με τις βόμβες Μελπομένη

η καμπάνα της φύσης  λυπητερά  σημαίνει. (17/8/26)

Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: http://www.amphiktyon.org

The Argonautic Expedition and the Mind-Driven Ships of the Phaeacians

By Lieutenant General (Ret.) K. H. Konstantinidis

The Argonautic Expedition constitutes one of the oldest and most important traditions of the Greek world. According to ancient tradition, it took place before the Trojan War and therefore belongs to an even earlier generation of heroes.

This is not a story that suddenly appeared in later times. The memory of the Argonautic Expedition was preserved through the Greek oral and written tradition and became associated with specific places, peoples, and events, among which Colchis and the Golden Fleece hold a prominent position.

According to Apollodorus, the Argo was a penteconter, that is, a ship with fifty oars, and was built by Argus, from whom it received its name. Its construction was associated with the sacred timber of Dodona and with Athena. Once it had been built, Jason gathered the finest heroes of Greece and set out for Colchis.

Among the Argonauts are Orpheus, Heracles, Theseus, Castor and Polydeuces, as well as other distinguished heroes.

Of particular interest is the fact that, in ancient tradition, the Argo does not always appear merely as an ordinary wooden ship. It is attributed with qualities that transcend the usual capabilities of a vessel. It has a voice, reacts to events, and participates in the adventure of the Argonauts in an almost animate manner.

This feature becomes even more intriguing when compared with Homer’s description of the ships of the Phaeacians in the Odyssey.

The Odyssey and Ancient Memory

The Odyssey is the story of the homecoming of Odysseus, who, after the fall of Troy, wandered for many years—according to some interpretations in the Mediterranean Sea and according to others in the Atlantic Ocean—until he returned to Ithaca.

For many centuries, the Homeric Epics were regarded by some as poetic creations without a historical foundation. The discovery, however, of the Mycenaean centers and, in particular, of Troy demonstrated that it is not correct to dismiss an ancient tradition simply because it originates from such a remote period.

This fact requires us to approach the Odyssey with an open mind as well.

Tradition may preserve real events, geographical knowledge, nautical experience, and technological concepts which, over the passage of centuries, became clothed in poetic language.

We must not forget that when we speak of the Argonautic Expedition, we are, according to ancient tradition, speaking of events that took place even before the Trojan War. Consequently, the chronological distance from the period when the epics were recorded is enormous. To demand today the same kind of physical evidence that might exist for a much later historical event would be unreasonable.

A wooden ship from such an extremely ancient period could hardly be expected to survive for thousands of years. The same applies to records, shipbuilding plans, wooden tablets, and other perishable materials.

Their absence does not prove that the events themselves did not occur.

The Phaeacians

In the Odyssey, the Phaeacians are presented as a highly civilized and peaceful people. They value hospitality, athletic contests, music, dancing, and song. They possess an organized society and remarkable knowledge of navigation.

Odysseus, shipwrecked and exhausted, finds protection and hospitality among them. The Phaeacians eventually help him return to Ithaca.

This image differs markedly from that of other peoples and places encountered by Odysseus during his wanderings.

The Phaeacians are also presented as a people of exceptional ancestry, described as angchitheoi, that is, “closely related to the gods.” This characterization is not insignificant. In the world of ancient poetry, closeness to the divine is associated with special abilities and knowledge.

And it is precisely here that the most astonishing element appears: the ships of the Phaeacians.

The Mind-Driven Ships

Homer describes the ships of the Phaeacians in a manner that continues to provoke astonishment even today.

Their ships know the routes of the sea and can reach their destinations without the ordinary process of navigation. They are not presented merely as exceptionally fast vessels. They appear to possess knowledge and autonomy.

Using modern terminology, we might describe such a conception as that of an autonomous or intelligent ship.

According to the Homeric description, the ship appears to know “all cities and fertile fields.” In modern terms, we might imagine that it possesses stored geographical information and knows the route to its destination.

This bears a striking resemblance to modern autonomous vessels, artificial-intelligence systems, and electronic navigation systems.

Of course, we do not know what actual technology, if any, may lie behind the Homeric description. Yet neither should we rule out in advance the possibility that the poet was describing, in the terms and images available to his age, an older tradition that he himself could not explain in any other way.

These ships appear extraordinarily fast, and their speed is compared with the speed of thought. Elsewhere, they are described as moving in ways that surpass the ordinary properties of ships.

If these images are transferred into the modern age, it is natural to draw parallels with autonomy, artificial intelligence, automatic navigation systems, and even technologies that we do not yet possess.

The Argo and the Phaeacians

The comparison becomes even more interesting when we observe that similarly extraordinary characteristics are attributed to the Argo.

The Argo is not merely the means of transportation of the Argonauts. In the tradition, it appears almost as a living entity. It has a voice and displays behavior that does not correspond to that of an ordinary inanimate object.

The Argonautic Expedition, according to ancient traditions, was not confined to the familiar waters of the Aegean. Later traditions concerning the return journey of the Argonauts include remarkable routes and descriptions of places that for centuries were regarded as mythical or unidentified.

All this may indeed constitute poetic creation. It is equally legitimate, however, to ask whether behind the poetic language there lies an extremely ancient nautical tradition and geographical knowledge that we are today unable to reconstruct.

The Memory of Colchis

The connection between the Argonautic tradition and Colchis is also of particular importance.

The tradition was not preserved exclusively in Greek literature. The region of the eastern Black Sea was for centuries a meeting place of peoples and civilizations, and the Argonautic tradition became deeply connected with the geography of the area.

Therefore, research should not be limited merely to the question of whether the Argo has been found. It should also examine the memory preserved in the very region of Colchis, including local traditions, archaeological evidence, ancient texts, and geographical correspondences.

The historical memory of peoples is not always preserved in the form of an object that can be placed inside a museum display case.

What May Lie Behind the Descriptions?

The great question, therefore, is not whether we should believe or disbelieve Homer.

The real question is:

How much genuine knowledge may have survived within the poetic form of the epics?

When Homer presents a ship as knowing its destination by itself, today we might call it an “intelligent ship.” When he describes movement faster than that of birds and compares it with thought, we may ask whether this is merely poetic exaggeration or a memory of some phenomenon that ancient man expressed in the language available to him.

The same applies to the Argo.

We do not possess today the plans for its construction, nor do we know the mechanism by which it operated. Yet this is entirely understandable when examining a tradition that reaches back to such a remote age.

Lack of knowledge must not be transformed into certainty of non-existence.

Modern Technology

It is particularly interesting that modern shipbuilding is moving toward increasingly automated and autonomous vessels.

Modern systems can use geographical databases, sensors, satellite navigation, computer systems, and artificial intelligence to recognize their surroundings and select safe routes.

Thus, the idea of a ship that “knows” its way and can navigate without continuous human intervention is no longer pure science fiction.

This does not prove that the ships of the Phaeacians were ancient autonomous vessels employing technology equivalent to that of today.

It does, however, demonstrate that the concept described by Homer is no longer inconceivable to modern man.

An Open Historical Question

As far as the Argo and the ships of the Phaeacians are concerned, no object has yet been found that would enable us to reconstruct their method of construction and operation.

This must be acknowledged.

But the other point must also be acknowledged:

the absence of such a discovery does not prove that these ships never existed.

The history of the most ancient periods is full of gaps. Many of them may remain forever. Others, however, may one day be illuminated by an unexpected archaeological discovery, a new reading of an ancient text, the decipherment of a previously unknown tradition, or the progress of science.

For this reason, the Argo and the ships of the Phaeacians deserve to remain subjects of research, rather than objects of ridicule or preconceived rejection.

Ancient Greek tradition has handed down to us an image of ships that know their way, move with astonishing speed, and possess a form of autonomy that today we would describe as “intelligence.”

Perhaps this is poetic imagination. Perhaps, however, behind the poetry lies a distant memory of knowledge that we have not yet succeeded in understanding.

In a history as ancient as that of the Argonauts, the proper scholarly attitude is not to say, “Impossible.”

It is to say:

“We do not know yet.”

And that is precisely why research must continue.

Lieutenant General (Ret.) Konstantinos Konstantinidis
Author – Member of the Society of Greek Writers

Η Αργοναυτική Εκστρατεία και τα νοοκίνητα πλοία των Φαιάκων (διόρθ)

Του Υποστρατήγου ε.α. Κ. Χ. Κωνσταντινίδη

Η Αργοναυτική Εκστρατεία αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες παραδόσεις του ελληνικού κόσμου. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, πραγματοποιήθηκε πριν από τον Τρωικό Πόλεμο και ανήκει επομένως σε μία ακόμη παλαιότερη γενιά ηρώων.

Δεν πρόκειται για μια ιστορία που εμφανίστηκε ξαφνικά στους μεταγενέστερους χρόνους. Η μνήμη της Αργοναυτικής Εκστρατείας διασώθηκε μέσα από την ελληνική προφορική και γραπτή παράδοση και συνδέθηκε με συγκεκριμένους τόπους, λαούς και γεγονότα, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η Κολχίδα και το χρυσόμαλλο δέρας.

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, η Αργώ ήταν πεντηκόντορος, δηλαδή πλοίο με πενήντα κώπες, και κατασκευάστηκε από τον Άργο, από τον οποίο έλαβε και το όνομά της. Η κατασκευή της συνδέεται με το ιερό ξύλο της Δωδώνης και με την Αθηνά. Αφού κατασκευάστηκε, ο Ιάσων συγκέντρωσε τους αρίστους της Ελλάδος και ξεκίνησε για την Κολχίδα.

Ανάμεσα στους Αργοναύτες αναφέρονται ο Ορφέας, ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης και άλλοι επιφανείς ήρωες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Αργώ, μέσα στην αρχαία παράδοση, δεν εμφανίζεται πάντοτε ως ένα απλό ξύλινο πλοίο. Της αποδίδονται ιδιότητες που υπερβαίνουν τις συνηθισμένες δυνατότητες ενός πλοίου. Έχει φωνή, αντιδρά στα γεγονότα και συμμετέχει κατά τρόπο σχεδόν έμψυχο στην περιπέτεια των Αργοναυτών.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν το συγκρίνουμε με την περιγραφή των πλοίων των Φαιάκων στην Οδύσσεια.

Η Οδύσσεια και η αρχαία μνήμη

Η Οδύσσεια είναι η ιστορία του νόστου του Οδυσσέα, ο οποίος, μετά την άλωση της Τροίας, περιπλανήθηκε επί σειρά ετών  καρ’ αλλους στην Μεσόγειο θάλασσα και κατ’ άλλους στον Ατλαντικό ωκεανά .μέχρι να επιστρέψει στην Ιθάκη.

Για πολλούς αιώνες τα Ομηρικά Έπη αντιμετωπίστηκαν από ορισμένους ως ποιητικές δημιουργίες χωρίς ιστορικό υπόβαθρο. Η ανακάλυψη όμως των μυκηναϊκών κέντρων και ιδιαίτερα της Τροίας έδειξε ότι δεν είναι ορθό να απορρίπτεται μια αρχαία παράδοση απλώς και μόνο επειδή προέρχεται από τόσο μακρινή εποχή.

Το γεγονός αυτό μας επιβάλλει να προσεγγίζουμε και την Οδύσσεια με ανοιχτό πνεύμα.

Η παράδοση μπορεί να διασώζει πραγματικά γεγονότα, γεωγραφικές γνώσεις, ναυτικές εμπειρίες και τεχνολογικές αντιλήψεις, οι οποίες με την πάροδο των αιώνων περιβλήθηκαν με ποιητική γλώσσα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι όταν μιλούμε για την Αργοναυτική Εκστρατεία μιλούμε, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, για γεγονότα που προηγούνται ακόμη και του Τρωικού Πολέμου. Επομένως, η χρονική απόσταση από την εποχή της καταγραφής των επών είναι τεράστια. Η απαίτηση να διαθέτουμε σήμερα τα ίδια υλικά τεκμήρια που θα είχαμε για ένα πολύ μεταγενέστερο ιστορικό γεγονός είναι παράλογη.

Ένα ξύλινο πλοίο αυτής της πανάρχαιας εποχής δεν είναι εύκολο να επιβιώσει επί χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο ισχύει για αρχεία, ναυπηγικά σχέδια, ξύλινες πινακίδες και άλλα ευπαθή υλικά.

Η απουσία τους δεν αποδεικνύει την ανυπαρξία των γεγονότων.

Οι Φαίακες

Στην Οδύσσεια οι Φαίακες παρουσιάζονται ως ένας ιδιαίτερα πολιτισμένος και φιλειρηνικός λαός. Αγαπούν τη φιλοξενία, τους αγώνες, τη μουσική, τον χορό και το τραγούδι. Διαθέτουν οργανωμένη κοινωνία και ιδιαίτερες γνώσεις ναυσιπλοΐας.

Ο Οδυσσέας, ναυαγός και εξαντλημένος, βρίσκει κοντά τους προστασία και φιλοξενία. Οι Φαίακες τελικά τον βοηθούν να επιστρέψει στην Ιθάκη.

Η εικόνα αυτή διαφέρει έντονα από εκείνη άλλων λαών και τόπων που συναντά ο Οδυσσέας κατά τις περιπλανήσεις του.

Οι Φαίακες παρουσιάζονται επίσης ως λαός με ιδιαίτερη καταγωγή, «αγχίθεοι», δηλαδή πολύ κοντά στους θεούς. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι αδιάφορος. Στον κόσμο της αρχαίας ποίησης η συγγένεια με το θείο συνδέεται με ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το εντυπωσιακότερο στοιχείο: τα πλοία των Φαιάκων.

Τα νοοκίνητα πλοία

Ο Όμηρος περιγράφει τα πλοία των Φαιάκων με τρόπο που ακόμη και σήμερα προκαλεί απορία.

Τα πλοία τους γνωρίζουν τους δρόμους της θάλασσας και μπορούν να φθάσουν στους προορισμούς τους χωρίς τη συνήθη διαδικασία ναυσιπλοΐας. Δεν παρουσιάζονται απλώς ως ταχύτατα πλοία. Παρουσιάζονται σαν να διαθέτουν γνώση και αυτονομία.

Σήμερα, χρησιμοποιώντας τη σύγχρονη ορολογία, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε μια τέτοια περιγραφή ως εικόνα ενός αυτόνομου ή νοήμονος πλοίου.

Το πλοίο, κατά την ομηρική περιγραφή, φαίνεται να γνωρίζει «πάντων πόλιας και πίονας αγρούς». Με τη σημερινή γλώσσα θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι διαθέτει αποθηκευμένες γεωγραφικές πληροφορίες και γνωρίζει τη διαδρομή προς τον προορισμό του.

Αυτό θυμίζει, σε εντυπωσιακό βαθμό, τα σύγχρονα αυτόνομα πλοία, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και τα ηλεκτρονικά συστήματα πλοήγησης.

Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε ποια πραγματική τεχνολογία μπορεί να κρύβεται πίσω από την ομηρική περιγραφή. Δεν πρέπει όμως και να αποκλείσουμε εκ των προτέρων την πιθανότητα ότι ο ποιητής περιγράφει, με τους όρους και τις εικόνες της εποχής του, μια παλαιότερη παράδοση την οποία ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει διαφορετικά.

Τα πλοία αυτά εμφανίζονται εξαιρετικά γρήγορα και η ταχύτητά τους παρομοιάζεται με την ταχύτητα της σκέψης. Σε άλλα σημεία περιγράφονται σαν να κινούνται με τρόπο που υπερβαίνει τις συνηθισμένες ιδιότητες των πλοίων.

Αν κάποιος μεταφέρει αυτές τις εικόνες στη σύγχρονη εποχή, είναι φυσικό να κάνει παραλληλισμούς με την αυτονομία, την τεχνητή νοημοσύνη, τα συστήματα αυτόματης πλοήγησης και ακόμη και με τεχνολογίες που σήμερα δεν διαθέτουμε.

Η Αργώ και οι Φαίακες

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η σύγκριση όταν παρατηρήσουμε ότι παρόμοια παράξενα χαρακτηριστικά αποδίδονται και στην Αργώ.

Η Αργώ δεν είναι απλώς το μέσο μεταφοράς των Αργοναυτών. Μέσα στην παράδοση εμφανίζεται σχεδόν ως ζωντανή οντότητα. Έχει φωνή και παρουσιάζει συμπεριφορά που δεν ταιριάζει σε ένα συνηθισμένο άψυχο αντικείμενο.

Η Αργοναυτική Εκστρατεία, σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις, δεν περιορίζεται επίσης στα γνώριμα νερά του Αιγαίου. Οι μεταγενέστερες παραδόσεις για την επιστροφή των Αργοναυτών περιλαμβάνουν εκπληκτικές διαδρομές και περιγραφές τόπων που επί αιώνες θεωρήθηκαν μυθικοί ή απροσδιόριστοι.

Είναι δυνατόν όλα αυτά να αποτελούν ποιητική δημιουργία. Είναι όμως εξίσου θεμιτό να διερωτηθούμε αν πίσω από την ποιητική γλώσσα υπάρχει κάποια πανάρχαια ναυτική παράδοση και κάποια γνώση της γεωγραφίας που σήμερα δεν είμαστε σε θέση να ανασυνθέσουμε.

Η μνήμη της Κολχίδας

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύνδεση της Αργοναυτικής παράδοσης με την Κολχίδα.

Η παράδοση δεν διασώθηκε αποκλειστικά μέσα στην ελληνική γραμματεία. Η περιοχή του ανατολικού Ευξείνου Πόντου αποτέλεσε επί αιώνες χώρο συνάντησης λαών και πολιτισμών και η Αργοναυτική παράδοση συνδέθηκε βαθιά με τη γεωγραφία της περιοχής.

Επομένως, η έρευνα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο ερώτημα αν βρέθηκε η Αργώ. Θα πρέπει να εξετάζει και τη μνήμη που διασώθηκε στον ίδιο τον χώρο της Κολχίδας, τις τοπικές παραδόσεις, τα αρχαιολογικά δεδομένα, τα αρχαία κείμενα και τις γεωγραφικές αντιστοιχίες.

Η ιστορική μνήμη των λαών δεν αποτυπώνεται πάντοτε σε ένα αντικείμενο που μπορεί να τοποθετηθεί σε μια προθήκη μουσείου.

Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τις περιγραφές;

Το μεγάλο ερώτημα επομένως δεν είναι αν πρέπει να πιστέψουμε ή να μην πιστέψουμε τον Όμηρο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι:

Πόση πραγματική γνώση μπορεί να έχει διασωθεί μέσα στην ποιητική μορφή των επών;

Όταν ο Όμηρος παρουσιάζει ένα πλοίο να γνωρίζει μόνο του τον προορισμό του, σήμερα μπορούμε να το ονομάσουμε «νοήμον πλοίο». Όταν περιγράφει μια κίνηση ταχύτερη από εκείνη των πτηνών και την παρομοιάζει με τη σκέψη, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν πρόκειται αποκλειστικά για ποιητική υπερβολή ή για ανάμνηση κάποιου φαινομένου που ο αρχαίος άνθρωπος απέδωσε με τη γλώσσα που διέθετε.

Το ίδιο ισχύει για την Αργώ.

Δεν διαθέτουμε σήμερα τα σχέδια της ναυπήγησής της ούτε γνωρίζουμε τον μηχανισμό λειτουργίας της. Αυτό όμως είναι απολύτως αναμενόμενο όταν εξετάζουμε μια παράδοση που ανάγεται σε τόσο μακρινή εποχή.

Η έλλειψη γνώσης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε βεβαιότητα περί ανυπαρξίας.

Η σύγχρονη τεχνολογία

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η σύγχρονη ναυπηγική κινείται σήμερα προς την κατεύθυνση πλοίων όλο και περισσότερο αυτοματοποιημένων και αυτόνομων.

Τα σύγχρονα συστήματα μπορούν να χρησιμοποιούν γεωγραφικές βάσεις δεδομένων, αισθητήρες, δορυφορική πλοήγηση, υπολογιστικά συστήματα και τεχνητή νοημοσύνη για να αναγνωρίζουν το περιβάλλον τους και να επιλέγουν ασφαλείς διαδρομές.

Έτσι, η ιδέα ενός πλοίου που «γνωρίζει» τον δρόμο του και μπορεί να κινηθεί χωρίς τη συνεχή ανθρώπινη παρέμβαση δεν αποτελεί πλέον καθαρή επιστημονική φαντασία.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα πλοία των Φαιάκων ήταν αρχαία αυτόνομα σκάφη με τεχνολογία αντίστοιχη της σημερινής.

Αποδεικνύει όμως ότι η ιδέα που περιγράφει ο Όμηρος δεν είναι πλέον αδιανόητη για τον σύγχρονο άνθρωπο.

Ένα ανοικτό ιστορικό ερώτημα

Για την Αργώ και τα πλοία των Φαιάκων δεν έχει μέχρι σήμερα βρεθεί κάποιο αντικείμενο που να μας επιτρέπει να ανασυνθέσουμε τον τρόπο κατασκευής και λειτουργίας τους.

Αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται.

Αλλά πρέπει να αναγνωρίζεται και το άλλο:

η απουσία ενός τέτοιου ευρήματος δεν αποδεικνύει ότι τα πλοία αυτά δεν υπήρξαν.

Η ιστορία των πανάρχαιων χρόνων είναι γεμάτη κενά. Πολλά από αυτά ίσως παραμείνουν για πάντα. Άλλα όμως μπορεί κάποτε να φωτιστούν από ένα τυχαίο αρχαιολογικό εύρημα, από μια νέα ανάγνωση αρχαίου κειμένου, από την αποκρυπτογράφηση μιας άγνωστης μέχρι σήμερα παράδοσης ή από την πρόοδο της επιστήμης.

Γι’ αυτό η Αργώ και τα πλοία των Φαιάκων αξίζει να παραμένουν αντικείμενο έρευνας και όχι αντικείμενο χλεύης ή προκατασκευασμένης απόρριψης.

Η αρχαία ελληνική παράδοση μάς παρέδωσε μια εικόνα πλοίων που γνωρίζουν τον δρόμο τους, κινούνται με εκπληκτική ταχύτητα και διαθέτουν μια μορφή αυτονομίας που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «νοημοσύνη».

Ίσως πρόκειται για ποιητική φαντασία. Ίσως όμως πίσω από την ποίηση να κρύβεται μια μακρινή ανάμνηση γνώσης που δεν έχουμε ακόμη κατορθώσει να κατανοήσουμε.

Σε μια ιστορία τόσο παλιά όσο εκείνη των Αργοναυτών, η σωστή επιστημονική στάση δεν είναι να λέμε «αποκλείεται».

Είναι να λέμε:

«Δεν γνωρίζουμε ακόμη».

Και ακριβώς γι’ αυτό η έρευνα πρέπει να συνεχιστεί.

Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΟΟΚΙΝΗΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ

(του Υποστρατήγου ε.α. Κ. Χ. Κωνσταντινίδη)

Η Αργοναυτική εκστρατεία ήταν μια κοινή Ελληνική συνεργασία . Αυτή έλαβε χώρα λίγο πριν τον Τρωικό Πόλεμο . Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο η πρώτη πεντηκοντόρος (πλοίο με 50 κώπας) ναυ που κατασκευάστηκε  ήταν η Αργώ. Όμως αυτή διέθετε ιστίο και πανιά.

Κατασκευάστηκε από ξύλο φηγός (δρυς-βελανιδιά) της Δωδώνης από τον Αργο εκ του οποίου πήρε το όνομα της «επί τούτο πεμπόμενος Ιάσων Αργον παρακάλεσε τον Φρίξου, κακείνος Αθηνάς υποθεμένης πεντικόντορον ναυ κατεσκεύασε την προσαγορευθείσαν από του   κατασκευάσαντος  Αργώ. Κατά την πρώραν ενήρμοσεν Αθηνάν φωνήεν φηγού της Δωδωνίδας ξύλου . ως δε η ναυ κατεσκευάσθη, χρωμένω ο θεός αυτό πλειν επέτρεψε συναθροίσαντι  τους αρίστους  της Ελλάδος( Απολλόδωρος Α 9, 16)

Αρχηγός ετέθη ο Ιάσων , Οι άλλοι που μπήκαν πλήρωμα ήταν ο Ορφέας, Ηρακλής , Θησέας , Κάστορας και Πολυδεύκης κ.α

Η Οδύσσεια, η ιστορία του νόστου του βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα τον οποίο οι θεοί έκαναν να περιπλανιέται στις θάλασσες για δέκα χρόνια αφού απέπλευσε από την Τροία με προορισμό την ιδιαίτερη πατρίδα του, την νήσο Ιθάκη, είναι ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα της παγκόσμιας αρχαίας λογοτεχνίας.

Είναι όμως ένα κείμενο το οποίο προκαλεί διχασμό των απόψεων όσον αφορά αν δημιουργήθηκε ως μία καθαρά φανταστική ιστορία, ή αν, εκτός από τα μυθολογικά στοιχεία, έχει και πληροφορίες – γεωγραφικής και τεχνολογικής φύσης – που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έτσι άλλοι διαβάζουν την Οδύσσεια απλά ως λογοτεχνία κι άλλοι μελετούν κάθε της στοίχο για να αντλήσουν πληροφορίες και να διεξάγουν έρευνες πάνω σε αυτήν.

Όσοι υποστηρίζουν πως τα λόγια του Ομήρου έχουνε στοιχεία αλήθειας μέσα τους είναι επηρεασμένοι από το γεγονός ότι μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, όλοι πίστευαν πως και η Ιλιάδα του Ομήρου ήταν ένα καθαρά φανταστικό παραμύθι.

ααΌπως ο Ερρίκος Σλήμαν το (1873 -1876)  απέδειξε την ύπαρξη της Ιλιάδος έτσι και η Henαriette Mertz (1898–1985)  με το βιβλίο της  «wine dark sea» απέδειξε την αλήθεια της Οδύσσειας και   της δεκαετούς περιπλάνησης του Οδυσσέα μετά τον Τρωικό Πόλεμο στον Ατλαντικό Ωκεανό και ήταν ο πρώτος που πάτησε το πόδι του από την Ευρώπη στην Αμερικανική ήπειρο και πιστεύεται ότι πριν απ’ αυτόν ο Ηρακλής και ο Περσεύς  είχαν επισκεφθεί την Αμερικανική ήπειρο . 

Ο Όμηρος δεν έγραφε μύθους αλλά την αχρονολόγητη προϊστορία, δηλαδή την Ελληνική Αρχαιολογία  και τα ηρωικά κατορθώματα  των πανάρχαιων   προγόνων του  με κωδική μορφή. Ερευνητές έχουν ασχοληθεί με την αποκρυπτογράφηση των διαφόρων τόπων που αναφέρονται στην Οδύσσεια ΄όπως το νησί των Λωτοφάγων , το νησί των Λαιστριγόνων , το νησί της Κίρκης και της Καλυψώς. Επίσης  τα αστρονομικά  φαινόμενα που αναφέρει η Οδύσσεια έχουν αποκρυπτογραφηθεί από τον σπουδαίο αστρονόμο Κ. Κωτσάκη και όλες οι μετρήσεις με βάση τα αστρονομικά δεδομένα  επιβεβαιώνουν τον πλου του Οδυσσέα στον βόρειο Ατλαντικό ωκεανό . Και δεν ήταν ο πρώτος που είχε ταξιδεύσει εκτός των Ηρκαλείων Στηλών (Γιβλαρτάρ) . Πριν από αυτόν είχαν ταξιδεύσει οι Αργοναύτες με την Αργώ στη Βόρεια Θάλασσα και εκείθεν στον Ατλαντικό στο νησί της Κίρκης και μέσω των Ηρακλείων Στηλών εισήλθαν στη Μεσόγειο Θάλασσα. Όπως ο Σλήμαν έφερε στο φως τις πόλεις που αναφέρει ο Ομηρος στην Ιλιάδα  έτσι και κάποιοι πρέπει να φέρουν κατόπιν ενδελεχούς ερεύνης στο φως τα μέρη πο λιάδος. Δεν είναι νοητόν στην Ιλιάδα να λέγει αλήθειες και στην Οδύσσεια να λέγει φαντασίες και μυθεύματα. Γιατί να υπάρχει το μυθικό νησί η Ιθάκη και να μην υπάρχουν τα προαναφερθέντα νησιά που αναφέρεται στην Οδύσσεια  από τα οποία πέρασε ο Οδυσσέας;

Δεν πρέπει κανείς να είναι κοινωνιολόγος για διακρίνει ότι η κοινωνία των Φαιάκων ήταν μια πολιτισμένη και φιλειρηνική  κοινωνία με προηγμένα ήθη και έθιμα   που διεξήγαγε αθλητικούς αγώνες , χόρευε και έπαιζε έπαζε όπως  αναφέρει η Οδύσσεια  

Οι Φαίακες είχαν πολιτισμένη κοινωνία

  . Αυτή η κοινωνία φέρθηκε  φιλόξενα προς  τον Οδυσσέα και τον βοήθησε να επιστρέψει στην πατρίδα του την Ιθάκη. Αντίθετα ορισμένοι άλλοι τόποι όπως η χώρα των Λαιστρυγόνων , της Καλυψώς της Κίρκης κ.α  ζούσαν ύπουλοι, δόλιοι και εχθρικοί  άνθρωποι  για τον Οδυσσέα και το πλήρωμα του.   Αυτοί θυσίαζαν τους ξένους. Ήταν πράγματι μια υποδειγματική κοινωνία εργατικοί, προοδευτικοί, γλεντζέδες , ευτυχισμένοι θα έλεγε κανείς  ιδιαίτερα για την Μυκηναϊκή εποχή ακόμη και για την παρούσα εποχή μας

Οι Φαίακες είναι περήφανοι τια την καταγωγή του , η οποία κατά τον Όμηρο είναι «αγχίθεοι» δηλαδή συγγενείς των θεών . Αυτό δίνει στον πολιτισμό τους μια διαφορετική υπόσταση. Αυτός ο χαρακτηρισμός για τους αρχαίους συνεπαγόταν κάποιες μεταφυσικές «θεϊκές» ιδιότητες με τις οποίες ήταν προικισμένα τα πλοία τους , καθώς διέθεταν   προηγμένες τεχνολογικές και φυσικές γνώσεις , όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονοι ερευνητές της Οδύσσειας. Τα ίδια υπερφυσικά φαινόμενα παρουσιάζει  και η  Αργώ κατά τον πλού της στην Κολχίδα για την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος και την επιστροφή της μέσω του Αρκτικού , της Βόρειας Θάλασσας και του Ατλαντικού Ωκεανού στην Ιωλκό . Άλλοτε έπλεε, άλλοτε πήγαινε κάτωθεν των πάγων , άλλοτε πετούσε άνωθεν νήσων . Η Αργώ είχε φωνή και ομιλούσε , είχε αισθήματα και έκλαιγε πράγματα που μας αφήνουν εμβρόντητους για το τί πλοίο ήταν η Αργώ;

Τα   πλοία των Φαιώκαν ήταν  Νοοκίνητα

Όπως μας πληροφορεί ο Ομηρος τα πλοία των Φαιάκων ήταν νοοκίνητα , δηλαδή μπορούσαν να διαβάσουν την ανθρώπινη σκέψη , πληροφορούνταν από αυτήν χωρίς να χρειάζεται κάποιο όργανο σαν ενδιάμεσος όπως λ.χ το τιμόνι του πλοίου. Είχαν φωνή ,τεχνητή νοημοσύνη και λογική να επιλέξουν την βέλτιστη επιλογή  χωρίς να έχουν λάβει κάποια εντολή προς τούτο πέραν της προγραμματισμένης αρχικής εντολής προγραμματισμού .

Με τα σημερινά δεδομένα θα λέγαμε ότι διέθεταν είδος  « σκληρού δίσκο»  γεωγραφικών και ωκεανογραφικών δεδομένων, καθώς γνώριζαν «πάντων πόλιας και πίονας αγρούς» Εμφανίζονται εκ των περιγραφών αρχαίων κειμένων ωσάν να είχαν μηχανισμό τεχνητής αντιβαρυτικής αιώρησης που τους επέτρεπε να πετάνε « ως εί πτερόν ή ενόημα» (σαν τα πουλιά ή σαν τη σκέψη)

 Διέθεταν εξαιρετικά γρήγορη εκκίνηση και ανάπτυσσαν μεγάλη ταχύτητα  ταχύτερη από κάθε πετούμενο βιολογικό οργανισμό (κίρκος  ομαρτήσειεν, ελαφρότατος πετεηνών ως η ρίμφα θέουσα θαλάσσης κύματ’ έταμνεν) που έκανε τον Ομηρο να παρουσιάσει την κίνησή του με αυτήν της ανθρώπινης σκέψης.

Είχαν μανδύα οπτικής απόκρυψης που τους επέτρεπε να γίνονται αόρατα στα μάτια των εχθρών τους σαν να είναι  «ηέρι και νεφέλη κεκαλυμμέναι» (καλυμμένα με ομίχλη και σύννεφο)

Πιθανόν να διέθεταν ασπίδα ηλεκτρομαγνητικού πεδίου που δεν επέτρεπε στους εχθρούς να το βλάψουν «ουδέ ποτέ σφιν ούτε πημανθήναι έπι δέος»

Όμως αν και μέσα από την Οδύσσεια μας παρέχονται αρκετές πληροφορίες των ικανοτήτων των πλοίων των Φαιάκων όπως άλλωστε και της Αργούς , δεν διασώζεται ούτε ο τρόπος ναυπήγησης τους , ούτε ο τρόπος λειτουργίας τους ώστε να μπορέσουμε σήμερα να αναπαράγουμε αυτό το είδος πλοίου . ΄

Βέβαια η εξέλιξη της ναυπηγικής κατευθύνεται στην τεχνητή νοημοσύνη και στον αυτοματισμό ώστε τα πλοία     να γίνουν ασφαλέστερα , οικονομικότερα και ανταγωνιστικότερα.  Τη μοναδική πληροφορία περί της ναυπηγήσεως της Αργούς  που διαθέτουμε είναι  ότι ναυπηγός της ήταν ο Αργος εκ του οποίου πήρε και το όνομα το συγκεκριμένο πλοίο ή ο τύπος των πλοίων και ότι    ο Αργος  ήταν πλήρωμα της Αργούς  κατά την «Αργοναυτική Εκστρατεία» στην Κολχίδα για την  επιστροφή  του χρυσόμαλλου δέρατος.

Η έλλειψη στοιχείων είναι κατανοητή , δεδομένου ότι ο Όμηρος περιγράφει γεγονότα που συνέβησαν το 1.500 π.Χ (κατά τον λόγιο Αθαν. Σταγειρίτην ΩΓΥΓΙΑ ,τόμ. Ε, σελ 169) από συρραφή ποιημάτων που τραγουδούσαν οι αοιδοί σε γιορτές και πανηγύρεις στην εποχή του περί τον 8ον π.Χ αι. Αν εσώζετο η Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας ίσως θα είχαμε και άλλες πηγές και θα γνωρίζαμε καλύτερα τον αρχαίο εκείνο κόσμο των ηρωικών κατορθωμάτων. Αλλά αυτή έγινε  παρανάλωμα του πυρός από τ ο δογματικό και κοσμοπολιτικό  Ιουδαιο-Χριστιανισμό, ο οποίος ανέκαθεν ήταν εχθρός   του Ελληνικού Πολιτισμού  Και ας μην ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι πρόγονοι μας δεν είχαν τη συνήθεια- που καλώς είχαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι να καταγράφουν το κάθε τι. Αλλά και να το κατέγραφαν τότε η καταγραφή στην Ελλάδα γινόταν σε σανίδες και η διάρκεια διατηρήσεως των ήτο λίαν περιορισμένη, λόγω φθοράς εκ της υγρασίας, σε αντίθεση με τους Αιγυπτιακούς παπύρους οι οποίοι διεσώθησαν λόγω του ξηρού κλίματος της Αιγύπτου και της αντοχής των παπύρων στο χρόνο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ως τώρα ουδέν πλοίο των Φαιάκων   έχει βρεθεί ώστε να αρυσθούμε πληροφορίες .  Όμως η έλλειψη αποδείξεων δεν αποκλείει την ύπαρξη τέτοιων πλοίων αλλά δεν αποκλείει και το αντίθετο, δηλαδή αυτά τα καταπληκτικά πλοία να ήταν στην φαντασία και στις επιθυμίες των  ανθρώπων που έγραψαν για αυτά.   Ομως   οι Έλληνες δεν έγραφαν ανακρίβειες και ήταν αρκετά ακριβολόγοι και ως τώρα τα γραπτά του Ομήρου αναφορικά με την Ιλιάδα απεδείχθησαν πλήρως αληθινά  . Επομένως το πιθανότερο είναι κάποια ημέρα να αποδειχθεί η αλήθεια και για τα « νοήμονα πλοία»

Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: http://www.amphiktyon.org

 Το τελευταίο λεπτό

Σε είδα στο τελευταίο λεπτό,
εκεί που η πόρτα έκλεινε
κι ο χρόνος δεν περίμενε.

Ίσως ήταν η τελευταία ματιά,
φεύγαλεα, μπορεί και εσφαλμένη,
τόσο σύντομη,
που δεν αποκλείεται να ήταν και λάθος.

Αλλά τότε ο κύβος ερρίφθη.

Αν δεν με απάτησε η ματιά,
ήταν η αιτία  να  μας χωρίσει .

Ήσουν εσύ;
Ή μήπως μια μορφή ξένη;
που λάθος στη φαντασία  παραμένει;
και μου την  πρόβαλε στον ερχομό σου

Κάποιον που υπέθεσα
πως είχες  στο πλευρό σου.

Κι αν ήσουν εσύ,
πόσα χρόνια χρειάστηκαν
για να συναντηθούν ξανά
δυο βλέμματα
που νόμιζαν
πως δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ;

Ακόμη προσπαθώ να σε ανακαλύψω
με την τεχνητή νοημοσύνη.

Κι είσαι τόσο καλά κρυμμένη,
που έγινες άφαντη
στην παγκόσμια μνήμη.

παρότι δασκάλα ήσουν  διακεδριμένη

Από περιέργεια να πληροφορηθώ
αν ακόμη ζεις ή έχεις πεθάνει·
να σου κάνω ένα νοερό ευχέλαιο
ή, ίσως, ένα ποίημα
για να σε ευφράνει.

Μα το τελευταίο λεπτό
μου ξεφεύγεις πάλι.

Ή  μήπως  η ΑΙ τεχνηέντως

 με ξεγελάει;

12 Αυγ. 2026

Αμφικτύων

THE MISER

by Lieutenant General (Ret.) K. H. Konstantinidis

My late and dear friend Apostolos Gonidellis, a prolific author and a distinguished son of Lesbos, whose works include numerous studies of ancient writers, dedicated to me, among his many fine books, his volume “Theophrastus’ Characters of Melantus of Eresus.”

Today, as I was absent-mindedly looking through my library, I came across it and, among the various human failings, my attention was drawn to avarice. It is a trait that can be found even among wealthy people.

Of course, in my generation—the generation of the 1940s, marked by war and Occupation—frugality was a means of survival, because we never had enough money in our pockets. But even when we eventually acquired some money, we lived with the fear and insecurity that we might lose it all again.

According to Theophrastus, avarice is the lack of generosity in avoiding an expense.

The miser is the kind of man who, if he wins a prize in the tragic contests, dedicates to Dionysus a wooden plaque bearing only his own name.

When an extraordinary contribution is being collected for the city, he leaves the assembly without saying a word.

When he marries off his daughter, he sells the meat from the sacrifice that does not belong to the priests, while the slaves he needs he hires without providing them with food.

If he becomes a trierarch, he puts the captain’s mattresses on the deck, while keeping his own safely stored away.

He is capable of not sending his children to a teacher during the festival of the Muses and claiming that they are ill, simply to avoid paying part of the expenses of the celebration.

When he goes shopping at the market, he carries the meat and vegetables home himself, in his arms.

And when he sends his clothes to be washed, he stays inside the house.

If one of his friends is collecting money for some cause and has already spoken to him about it, as soon as he sees the friend approaching, he changes direction and goes home, first taking a long detour to avoid him.

And although his wife has brought a substantial dowry, he does not hire her a maid. Yet when she comes out of the women’s market laden with goods, he hires a little girl to accompany her.

He wears shoes that are worn almost beyond recognition and claims that, in terms of durability, they are no different from “horn.”

When he gets up in the morning, he cleans the house and the beds of bedbugs himself. And when he sits down, he turns his woollen garment inside out so that it will not wear out.

Commentary

1. Theophrastus calls the refusal to spend illiberality. Aristotle likewise regards the failure to give and the excess of taking as illiberality (Nicomachean Ethics, 1121b): “For misers are illiberal.”

2. Normally, the winner of the dramatic contests at the Dionysia, together with the choregoi and the officials of the tribe, dedicated a bronze tripod bearing all their names. The miser, however, dedicated a wooden tablet.

3. The “epidoseis” were voluntary extraordinary contributions made to meet various needs of the city, and they took their name from the particular public service involved: for example, choregia for the support of the chorus and music, gymnasiarchia for athletics, arrhephoria for the Panathenaia, theorika for the theatre, and trierarchia for the equipment of a trireme, among others.

4. After the sacrifice, once the priests had received their share, the remainder was consumed at a communal feast.

5. The Mouseia were a festival in honour of the Muses. According to the author Apostolos Gonidellis, it was a school celebration, comparable to the modern Feast of the Three Hierarchs.

6. From the time of Solon, efforts had been made to reduce the size of dowries, in order to facilitate the marriage of poor girls. A dowry was to consist of three garments and three containers or small chests containing items of modest value. If a man married a wealthy woman, he was expected to provide her with corresponding comfort and status—for example, a maid to accompany her in public places, at the market, on private visits, and so forth.

7. As someone who is almost a centenarian, I advise those who have means—whether miserly or not—if they cannot leave behind intellectual or spiritual works, to make some donation for a public or charitable purpose. This will bring them longevity and well-being.

Lieutenant General (Ret.) Konstantinos Konstantinidis
Author – Member of the Society of Greek Literary Writers

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: http://www.amphiktyon.org